δασύστομος

δᾰσύ-στομος, ον,
A with hoarse voice, Gal. 16.509.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δασυστόμους — δασύστομος with hoarse voice masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασύστομο — το (Α δασύστομος, ον) νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το δασύστομον γένος λεπιδόπτερων εντόμων φυλλοφάγων αρχ. ο βραχνός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.